ΨΑΛΜΟΙ 89 [88]
TGV

ΨΑΛΜΟΙ 89 [88]

89 [88]
Πού είναι, Κύριε, οι υποσχέσεις που έδωσες στο Δαβίδ;
1Μασχίλ του Εθάν του Εζραΐτη.#Ο Εθάν ήταν σοφός που αναφέρεται στο Α΄ Βασ 5:11. Σύμφωνα με τα: Α΄ Χρ 6:16-29· 15:17-19 ήταν ένας από τους υπευθύνους της ιερής υμνωδίας και της μουσικής την εποχή του Δαβίδ. – Για το Μασχίλ βλ. υποσ. εις Ψλ. 32:1.
2Κύριε, τις καλοσύνες σου
αιώνια θα τις ψάλλω·
από γενιά σ’ άλλη γενιά
θα λέω για την πιστότητά σου.
3Είπα:
«Η αγάπη σου αιώνια διαρκεί·
στερεωμένη στα ουράνια η πιστότητά σου».
4Κι είπες: «Έκανα συμφωνία με τον εκλεκτό μου
και στο Δαβίδ το δούλο μου ορκίστηκα:
5Για πάντα θα στεριώσω τους απογόνους σου·
το θρόνο σου θα τον στηρίζω
από γενιά σ’ άλλη γενιά.»
(Διάψαλμα)
6Πανηγυρίζουν οι ουρανοί,
τα θαυμαστά σου έργα, Κύριε,
και στων αγίων τη σύναξη ανυμνείται
η πιστότητά σου.
7Γιατί, ποιος θα μπορούσε με τον Κύριο
στα ουράνια να συγκριθεί;
ποιος τάχα στους θεούς ανάμεσα
με τον Κύριο μοιάζει;
8Ο Θεός φοβερός πολύ μες στων αγίων τη σύσκεψη·
και τρομερός αφάνταστα
σ’ όσους τον περιβάλλουν.
9Κύριε, του σύμπαντος Θεέ,
ποιος είναι σαν κι εσένα;
ποιος σαν εσένα, Κύριε, ισχυρός;
Είσαι όλος πιστότητα.
10Εσύ δαμάζεις τη θαλασσοταραχή·
το σάλο των κυμάτων εσύ τον γαληνεύεις.
11Εσύ διαπέρασες, πάταξες τη Ραάβ·
μ’ ενέργειες της δύναμής σου
τους εχθρούς σου τους σκόρπισες.
12Σ’ εσένα ουρανοί
και γη ανήκουν.
Στην οικουμένη και σ’ ό,τι τη γεμίζει
εσύ έδωσες υπόσταση.
13Βορρά και νότο δημιούργησες εσύ·
το Θαβώρ κι ο Ερμών αναγαλλιάζουν στ’ όνομά σου.
14Δικός σου είναι ο δυνατός βραχίονας·
το χέρι σου είναι ισχυρό,
η δεξιά σου υψωμένη.
15Δικαιοσύνη και ευθυκρισία
είν’ το θεμέλιο του θρόνου σου·
η καλοσύνη κι η πιστότητα
την παρουσία σου προαγγέλλουν.
16Μακάριος είν’ ο λαός
που ξέρει μ’ ενθουσιασμό να σ’ εξυμνεί!
Με το φως, Κύριε, πορεύονται
της ύπαρξής σου.
17Στο όνομά σου κάθε μέρα αγάλλονται,
με τη δικαιοσύνη σου ευτυχούν.
18Γιατ’ είσαι εσύ της δύναμής τους καύχημα
και με την εύνοιά σου το κύρος μας υψώνεις.
19Γιατί ο Κύριος είν’ η προστασία μας,
ο Άγιος Θεός του Ισραήλ, ο βασιλιάς μας.
20Μίλησες τότε με όραμα
στους ευσεβείς σου και είπες:
«Σ’ έναν γενναίο έδωσα βοήθεια·
ανέδειξα τον εκλεκτό μέσ’ από το λαό.
21Βρήκα το δούλο μου το Δαβίδ,
τον έχρισα με τ’ άγιο μου το λάδι,
22ώστε να τον στεριώνει η δύναμή μου
και η ισχύς μου να τον κραταιώνει.
23Δε θα κερδίσει απ’ αυτόν ο εχθρός
κι ο άνομος δε θα τον καταβάλει.
24Μπροστά του θα συντρίψω τους εχθρούς του
και θα πατάξω αυτούς που τον μισούν.
25Η αλήθεια μου κι η αγάπη μου
μαζί του θα ’ναι·
και με την παρουσία μου την ενεργό το κύρος του θα αυξηθεί.
26Θ’ απλώσω ως τη θάλασσα την εξουσία του,
και την κυριαρχία του ως τους ποταμούς.
27Αυτός θα πρέπει να ομολογήσει:
“εσύ ’σαι ο πατέρας μου,
της σωτηρίας μου σιγουριά, Θεός μου”.
28Κι εγώ προνόμια σ’ αυτόν
πρωτότοκου θα δώσω·
υπέρτατον στης γης τους βασιλιάδες θα τον κάνω.
29Γι’ αυτόν την εύνοιά μου θα κρατήσω αιώνια·
τη διαθήκη μου απαράβατη μ’ αυτόν.
30Τους απογόνους του για πάντα θα τους διατηρήσω,
το θρόνο του όσο θα υπάρχει ο ουρανός.
31Αν οι απόγονοί του
το νόμο μου εγκαταλείψουν
και με τις εντολές μου σύμφωνα δεν πορευτούν,
32αν παραβούν τα διατάγματά μου
και δεν τηρήσουν τις δικές μου εντολές,
33θα τιμωρήσω αυστηρά τις παραβάσεις τους,
και για τις ανομίες τους θα τους δώσω συμφορές.
34Αλλά δε θ’ αποσύρω απ’ αυτόν το έλεός μου,
και την πιστότητά μου δε θα τη διαψεύσω.
35Δε θα παραβώ τη διαθήκη μου,
και ό,τι βγήκε από τα χείλη μου δε θα το αθετήσω.
36Μία φορά ορκίστηκα στην αγιότητά μου·
δε θ’ απογοητεύσω το Δαβίδ.
37Οι απόγονοί του αιώνια θα υπάρχουν·
κι ο θρόνος του
όπως απέναντί μου ο ήλιος κι η σελήνη,
38αιώνια στεριωμένος θα ’ναι
–μάρτυρες αξιόπιστοι είναι τα ουράνια».
(Διάψαλμα)
39Ωστόσο εσύ, Κύριε, απώθησες τον εκλεκτό σου
και τον βδελύχθηκες·
και εναντίον του οργίστηκες πολύ.
40Τη συμφωνία με το δούλο σου την απαρνήθηκες·
το διάδημά σου το ξευτέλισες στη γη.
41Όλα τα τείχη του τα γκρέμισες,
ερείπια έκανες τα οχυρά του.
42Στο δρόμο όσοι περνούν τον λεηλατούν·
στους γείτονές του έγινε περίγελως.
43Τη νίκη χάρισες στους αντιπάλους του,
χαρά έδωσες σ’ όλους τους εχθρούς του.
44Την κόψη του σπαθιού του στόμωσες
και δεν του παραστάθηκες στον πόλεμο.
45Το μεγαλείο του το αφάνισες,
το θρόνο του τον γκρέμισες στη γη.
46Λιγόστεψες της νιότης του τις μέρες,
τον γέμισες ντροπή.
(Διάψαλμα)
47Ως πότε, Κύριε, θα κρύβεσαι;
για πάντα σαν φωτιά θα λαμπαδιάζει
η οργή σου;
48Θυμήσου πόσο η ζωή μου διαρκεί,
πόσο προσωρινό το δημιούργησες
το γένος των ανθρώπων.
49Είναι κανείς που να μπορεί να ζει,
χωρίς ο θάνατος να τονε φτάνει;
ή να μπορεί να σώσει τη ζωή του
από την εξουσία του άδη;
(Διάψαλμα)
50Πού είναι, Κύριε,
η ευσπλαχνία σου η γνώριμη από παλιά,
που στο Δαβίδ την υποσχέθηκες
με την πιστότητά σου;
51Θυμήσου, Κύριε, πώς πρόσβαλαν τους δούλους σου!
Πόσων λαών τους χλευασμούς πρέπει να υποστώ;
52Κύριε, χλευάζουν οι εχθροί σου το βασιλιά που έχρισες·
ναι, τρέχουνε πίσω του και τον χλευάζουν.
53Ευλογητός ας είσαι, Κύριε, στον αιώνα!
Αμήν, αμήν.